Τον γερουσιαστή Τζον Σέρμαν, λίγοι των γνωρίζουν εκτός ΗΠΑ, παρότι ήταν ένα από τα σημαντικότερα στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Και όμως ο νόμος που φέρει το όνομά του και που εγκρίθηκε το 1890 εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς στην προσπάθεια να αποτραπούν οι μονοπωλιακές πρακτικές.

Η μάχη ενάντια των τραστ

Στο ιδιαίτερο περιβάλλον της μεγάλης ανάπτυξης του αμερικανικού καπιταλισμού από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και μετά, το ζήτημα των τραστ ήταν στο επίκεντρο. Μάλιστα, σε αυτό συνέκλιναν τόσο οι οπαδοί της «ελεύθερης αγοράς», όσο και όσοι υποστήριζαν τα συμφέροντα των μικρών επιχειρήσεων αλλά και των εργαζομένων. Όλα αυτά διαμόρφωναν μια μεγάλη δυσπιστία αλλά και εχθρότητα απέναντι στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις που μπορούσαν να χειραγωγήσουν την αγορά αλλά και στους πανίσχυρους επιχειρηματίες που μπορούσαν εύκολα να διαμορφώνουν τραστ σε αυτή την κατεύθυνση.

Φυσικά, η εφαρμογή των μέτρων δεν ήταν εύκολη. Στις αρχές του 20ου αιώνα το αρχέτυπο του τραστ ήταν η Standard Oil Co. Of New Jersey, η εταιρεία που είχε συνιδρύσει ο Τζον Ντ. Ροκφέλερ, πατριάρχη της γνωστής επιχειρηματικής και πολιτικής δυναστείας. Η Standard Oil ήταν πρωτοπόρος τόσο στην οριζόντια συγκέντρωση, εξαγοράζοντας πλήθος εταιρειών, αλλά και στην κάθετη ολοκλήρωση, διεκδικώντας να έχει έλεγχο σε όλη τη διαδικασία παραγωγής των πετρελαιοειδών.

Όταν τελικά το 1911 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠA αποφάσισε ότι το Κογκρέσο είχε το δικαίωμα να την κατηγορήσει για μονοπωλιακές πρακτικές, το τραστ θα διασπαστεί σε 34 εταιρείες, μερικές από αυτές είναι σήμερα ανάμεσα στις μεγαλύτερες εταιρείες του ενεργειακού κλάδου. Πάντως, το παράδοξο θα είναι ότι ο ατομικός πλούτος του ίδιου του Ροκφέλερ θα αυξηθεί, εφόσον η αθροιστική αξία των νέων εταιρειών θα υπερβαίνει αυτή του αρχικού τραστ.

Τα χρόνια που ακολούθησαν θα υπάρξουν και άλλες περιπτώσεις διάσπασης μονοπωλιακών τραστ με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την διάσπαση της AT&T που ήταν το μεγάλο τραστ στις τηλεφωνικές επικοινωνίες. Το 1982 η εταιρεία θα απεμπολήσει τον έλεγχο που είχε στις τοπικές εταιρείες Bell, μέσω των οποίων γίνονταν οι τοπικές κλήσεις σε ΗΠΑ και Καναδά, διατηρώντας μόνο τις υπεραστικές κλήσεις. Ουσιαστικά, η κίνηση αυτή θα ανοίξει το δρόμο για την ευρύτερη «απελευθέρωση» της τηλεπικοινωνιακής αγοράς.

Αντίθετα, όταν θα είναι η σειρά της Microsoft να αντιμετωπίσει αντίστοιχες κατηγορίες για μονοπωλιακές πρακτικές, εξαιτίας όχι μόνο της κυρίαρχης θέσης της στα λειτουργικά συστήματα αλλά και επειδή μπορούσε να καταστήσει τον Internet Explorer το «υποχρεωτικό» πρόγραμμα περιήγησης, τελικά δεν θα υπάρξει κάποια βίαιη διάσπαση, καθώς η εταιρεία θα δεσμευτεί να αναλάβει δράση ώστε να αποφεύγεται αυτό.

To Facebook στο στόχαστρο

Τώρα στο στόχαστρo είναι το Facebook. Η εταιρεία κολοσσός του Μαρκ Ζούκερμπεργκ είναι στο στόχαστρο για τις πρακτικές της και ειδικότερα για τον τρόπο που τον οποίο εξαγοράζει μαζικά τις εταιρείες που θα μπορούσαν να αναπτύξουν ανταγωνιστικές εφαρμογές.

Δύο αγωγές, μία από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου και μια από 48 Πολιτειακούς Γενικούς Εισαγγελείς κατηγορούν την Facebook ότι συμπεριφέρεται ως ένα μονοπώλιο που κατάφερε το 2019 να έχει κέρδη 18,9 δισεκατομμύρια δολάρια. Η εταιρεία κατηγορείται ότι έκανε πράξη την άποψη που είχε διατυπώσει ο ιδρυτής σε ένα e-mail το 2008, όταν είχε υποστηρίξει ότι «είναι καλύτερο να αγοράζεις παρά να ανταγωνίζεσαι».

Ειδικότερα στο στόχαστρο βρίσκονται δύο μεγάλες εξαγορές που έκανε η Facebook. Η μία αφορούσε την εξαγορά του Instagram σε μια συγκυρία όπου η Facebook υποχωρούσε στο κρίσιμο πεδίο των κινητών τηλεφώνων και έτσι επέλεξε να εξαγοράσει τον ανερχόμενο ανταγωνιστή της στο πεδίο των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης.

Η άλλη εξαγορά ήταν αυτή που αφορούσε την υπηρεσία Whatsapp και η οποία σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές έγινε επειδή η Facebook είχε τον φόβο ότι τέτοιες πλατφόρμες για ανταλλαγή μηνυμάτων θα μπορούσαν να μπουν στην αγορά των μέσων προσωπικής κοινωνικής δικτύωσης.

Από την άλλη μεριά, η αγωγή των Πολιτειακών Γενικών Εισαγγελέων στέκεται ιδιαίτερα στο πως παρότι το Facebook είναι μια δωρεάν εφαρμογή, η απουσία ανταγωνισμού είχε ως αποτέλεσμα οι χρήστες που δεν μπορούσαν να πάνε σε κάποια ανταγωνιστική εφαρμογή να καταλήγουν να εκχωρούν στην εταιρεία μεγαλύτερο μέρος των προσωπικών δεδομένων τους σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που τους παρέχει. Το επιχείρημα αυτό είναι κεντρικό γιατί πρέπει να αποδειχτεί ότι όντως υπάρχει ζημιά των καταναλωτών.

Παράλληλα, κατηγορούν την Facebook ότι χάρη την κυρίαρχη μονοπωλιακή της θέση για να συντρίψει τους αντιπάλους της και να μην τους αφήσει χώρο να αναπτυχθούν.

Δε είναι η πρώτη φορά που η Facebook βρίσκεται στο στόχαστρο της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου. Το 2019 είχε πληρώσει ένα πρόστιμο πέντε δισεκατομμυρίων δολαρίων για τις παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων σε σχέση με την υπόθεση Cambridge Analytica.

Πάντως, το αίτημα για να μπει φραγμός στις μονοπωλιακές πρακτικές της Facebook έχει στις ΗΠΑ μια ευρύτερη διακομματική υποστήριξη, καθώς τόσο οι Δημοκρατικοί όσο και οι Ρεπουμπλικάνοι την έχουν επικρίνει ενώ και ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι τέτοιες εταιρείες έχουν πολύ μεγάλη σημασία και κάπως πρέπει να μπει φραγμός.

Η μάχη για να διατηρήσει το Facebook την απήχησή του

Μεγάλο μέρος των κινήσεων και των πρωτοβουλιών της Facebook έχει να κάνει και με τον τρόπο που αναζητά διαρκώς τρόπους να μη χάνει κοινό και να διευρύνει την απήχησή της.

Ας μην ξεχνάμε ότι εδώ και μερικά χρόνια έχει διαπιστώσει ότι είναι λιγότερο δημοφιλής με την κρίσιμη ηλικιακή και καταναλωτική κατηγορία των κάτω των 35. Όμως, η ηλικιακή αυτή κατηγορία είναι βασική πηγή διαφημιστικού εσόδου για τις πλατφόρμες κοινωνική δικτύωσης, γιατί οι διαφημιστές διαπιστώνουν ότι σε πολύ μικρό επηρεάζεται από τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Αυτό εξηγεί γιατί προσπαθεί διαρκώς να κάνει το ίδιο το Facebook να ενσωματώνει τα στοιχεία που εμφανίζονται σε νέες εφαρμογές. Και προφανώς η εταιρεία θεωρεί ότι ο καλύτερος τρόπος είναι να εξαγοράζει τις ανταγωνιστικές πλατφόρμες, αλλά ακόμη και start-up που θα μπορούσαν να αποδειχτούν χρήσιμες σε αυτή την προσπάθεια.

Η παγκόσμια σύγκρουση με τους ψηφιακούς γίγαντες

Η σύγκρουση αυτή είναι τμήμα ενός συνολικότερου πολέμου ανάμεσα στις κυβερνήσεις και τις γιγαντιαίες εταιρείες στο χώρο των ψηφιακών τεχνολογιών. Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου είχε ανακοινώσει ότι εξετάζει τις συναλλαγές πέντε τεχνολογικών κολοσσών: της Alphabet Inc (που έχει την Google), την Amazon.com Inc, την Facebook Inc. Και τη Microsoft Corp.

Αν στις ΗΠΑ η σύγκρουση αφορά τις μονοπωλιακές πρακτικές, στην Ευρώπη η σύγκρουση αφορά τη φορολογία. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκτιμούν ότι οι μεγάλες ψηφιακές εταιρείες ουσιαστικά προσπαθούν να αποφύγουν να φορολογηθούν αναλογικά προς τα πολύ μεγάλα εισοδήματα που εξασφαλίζουν από τη δραστηριοποίησή τους ανάμεσα στους ευρωπαίους χρήστες.

Μάλιστα, η γαλλική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα επιμείνει να εισπράξει τον σχετικό ειδικό φόρο, παρά την απειλή των ΗΠΑ για αντίποινα μέσω τιμωρητικών δασμών στη γαλλική σαμπάνια, το τυρί, τις τσάντες χειρός και άλλα προϊόντα.

Την ίδια ώρα σε όλες τις χώρες πληθαίνουν οι φωνές που επικρίνουν συνολικότερα τους «ψηφιακούς γίγαντες», τον τρόπο που εκμεταλλεύονται τα προσωπικά δεδομένα (αυτό που έχει αποκληθεί ο «καπιταλισμός της επιτήρησης) και τον τρόπο που κυριαρχούν σε πρακτικές όπως το ψηφιακό εμπόριο. Αυτό εξηγεί και τη διαρκή αναζήτηση για εναλλακτικές πλατφόρμες και εφαρμογές.

Μια σκληρή μάχη

Ο ίδιος ο Μάρκ Ζούκερμπεργκ δείχνει αποφασισμένος να δώσει σκληρή μάχη. Η εταιρεία επιμένει ότι βρίσκεται διαρκώς υπό ανταγωνισμό και ότι κάνει εξαγορές για να ανταγωνιστεί και όχι για να μονοπωλήσει, καθώς συνεχίζει την πίεση όλων των άλλων πλατφορμών.

Στην πραγματικότητα θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Facebook αντιμέτωπη με μια αγορά τεράστια όπου συχνά εμφανίζονται ανταγωνιστικές πλατφόρμες, ιδίως όταν έχουν απήχηση στις κρίσιμες νεαρές ηλικίες που με τον αυξημένο ψηφιακό αλφαβητισμό τους διαμορφώνουν τις τάσεις, και όπου η ίδια είναι αποκομμένη, για γεωπολιτικούς λόγους, από μεγάλες αγορές, καταφεύγει διαρκώς σε βήματα που να εξασφαλίζουν ότι ελέγχει τις βασικές πλατφόρμες και παραμένει το σημείο αναφοράς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μένει να δούμε ποια θα είναι και η γνώμη των αμερικανικών δικαστηρίων.

TAGS:

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο