Η ελληνική κοινωνία ζει τη δική της #MeToo στιγμή και αναμετριέται με μια πραγματικότητα, ταυτόχρονα φανερή και αποσιωπημένη, σεξουαλικής βίας, κακοποίησης και βιασμού εντός πεδίων όπου η οικονομική, διοικητική, ακαδημαϊκή ιεραρχία συνδυαζόταν με μια βάναυση αντίληψη των έμφυλων ρόλων. Ο τόνος και οι αντιδράσεις δείχνουν μεγαλύτερη επίγνωση του μεγέθους του προβλήματος σε σχέση με τις αντιδράσεις που είχαν καταγραφεί όταν είχε έρθει ο αντίκτυπος από το κύμα αποκαλύψεων στον αγγλοσαξονικό χώρο, όταν δεν έλειψαν οι φωνές που θεώρησαν ότι όλα αυτά αποτελούν υπερβολές της «πολιτικής ορθότητας», που διαμαρτυρήθηκαν για την «ποινικοποίηση του φλερτ», ή εξακολουθούν να ενοχλούνται από την ακριβολογία της λέξης «γυναικοκτονία».

Ωστόσο, η συζήτηση δεν πηγαίνει πέρα από το επίπεδο της διαπίστωσης του προβλήματος, της ανάγκης να διευκολυνθούν περισσότερες καταγγελίες και της σημασίας που έχει οι διωκτικές αρχές να ερευνούν αυτές τις υποθέσεις χωρίς να κάνουν την ίδια τη διερεύνηση μια προέκταση του ίδιου του τραύματος του βιασμού. Μόνο που ανεξάρτητα από τη σημασία αυτών των κατευθύνσεων, όπως και της καλοδεχούμενης τομής που αποτέλεσε ο νομικός ορισμός του βιασμού ως σεξ χωρίς συναίνεση, μια τέτοια προσέγγιση δεν απαντά ποιο πλέγμα μορφών κοινωνικής αναπαραγωγής και σχέσεων εξουσίας διαιωνίζει αυτή την κουλτούρα βιασμού. Ομως, αυτή ακριβώς η απάντηση είναι και ο μόνος δρόμος για να μπορούμε να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα και άρα και να το αντιμετωπίσουμε.

Η σεξουαλική βία δεν μπορεί να γίνει κατανοητή έξω από το πλαίσιο της επίμονης αναπαραγωγής αυτού που συνηθίσαμε να ονομάζουμε πατριαρχία. Δηλαδή, ενός πλέγματος έμφυλων ιεραρχιών, ρόλων και σχέσεων εξουσίας, που δεν παράγει μόνο ετεροκανονιστικές ταυτότητες αλλά και σώματα, προσδιορίζοντας κοινωνικά όχι μόνο τα όρια και τις μορφές της σεξουαλικότητάς τους αλλά και τη διαρκή διαθεσιμότητά τους προς εκμετάλλευση.

Καπιταλισμός και πατριαρχία

Μια τέτοια προσέγγιση θα υπογράμμιζε μια αντίφαση που η φιλελεύθερη παράδοση αρνείται να παραδεχτεί. Παρότι η τυπική ισότητα των φύλων και η «αδιαφορία» προς τις έμφυλες ταυτότητες φαντάζει εγγεγραμμένη στον πυρήνα της λογικής της καπιταλιστικής οικονομίας, εφόσον το μόνο που απαιτείται είναι η ένταξη στο πλέγμα των αγοραίων σχέσεων, η ίδια η ιστορία του καπιταλισμού δείχνει συνυφασμένη με την αναπαραγωγή πατριαρχικών μορφών και έμφυλων ανισοτήτων, κατά τον ίδιο τρόπο που είναι συνυφασμένη με την αναπαραγωγή του ρατσισμού και των διακρίσεων που αυτός συνεπάγεται.

Η σταδιακή ιστορική μετάβαση προς το πρότυπο της «πυρηνικής οικογένειας» – με ενδιάμεσο στάδιο τις μορφές εκμετάλλευσης των γυναικών εντός της οικοτεχνίας ή της οικογενειακής αγροτικής παραγωγής – και η αξιοποίηση της απλήρωτης γυναικείας οικιακής εργασίας, από την προετοιμασία των γευμάτων μέχρι την ανατροφή των παιδιών αποτέλεσαν μηχανισμούς που μείωσαν το κόστος αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης και συνείσφεραν αποφασιστικά στη συμπίεση του δυνητικού κόστους εργασίας και άρα τη διεύρυνση του περιθωρίου κέρδους, κάτι που εξηγεί και τον τρόπο με τον οποίο αυτό κωδικοποιήθηκε σε έμφυλους ρόλους και ηθικούς κανόνες.

Αυτό που συχνά υποτιμάται στην αφήγηση αυτής της ιστορικής μετάβασης, που ταυτίζεται με τη μακρά ανάδυση της νεωτερικότητας αποτελώντας άλλη μια πλευρά του υπόβαθρου βαναυσότητας που τη χαρακτηρίζει, είναι ότι αυτή η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα βίαιη. Ιστορικοί όπως η Σίλβια Φεντερίτσι έχουν αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η ανάδυση και εμπέδωση των μορφών καπιταλιστικής συσσώρευσης συνοδεύτηκε από έναν πραγματικό πόλεμο κατά των γυναικών που πήρε διάφορες μορφές εξευτελισμού, δαιμονοποίησης και περιορισμού της κοινωνικής τους ισχύος. Δεν είναι τυχαίο ότι τότε αναδύθηκε η φιγούρα της μάγισσας όπως και όλες οι βάναυσες πρακτικές του «πολέμου κατά των μαγισσών», από τα βασανιστήρια μέχρι τις θανατώσεις, συμπυκνώνοντας τη βίαιη προσαρμογή των γυναικών, των σωμάτων και της σεξουαλικότητάς τους στις νέες αναδυόμενες μορφές κοινωνικής αναπαραγωγής.

Ο βιασμός αποτέλεσε κομμάτι αυτής της ιστορικής περιόδου και μορφή έκφρασης ενός συγκεκριμένου εξουσιαστικού πλαισίου που αντιμετώπισε το γυναικείο σώμα ως διαθέσιμο προς εκμετάλλευση και που θεμιτοποίησε εκτεταμένες μορφές σεξουαλικής βίας και κακοποίησης, τόσο από τη μεριά των κυρίαρχων τάξεων όσο και στο εσωτερικό των υποτελών τάξεων, λειτουργώντας έτσι ως μηχανισμός επιβολής αλλά και διαχείρισης κοινωνικών εντάσεων. Ούτε βέβαια ήταν τυχαία τα φαινόμενα συστηματικών βιασμών εντός αποικιακών πρακτικών και πολεμικών επιχειρήσεων. Χωρίς αυτή την αναγνώριση της σύνδεσης της σεξουαλικής βίας σε βάρος των γυναικών και την αναπαραγωγή εκμεταλλευτικών κοινωνικών μορφών, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ούτε η έκταση της σεξουαλικής βίας, ούτε η για τόσο μεγάλο διάστημα ανοχή σε αυτή.

Η ιστορία της «κουλτούρας βιασμού»

Η φράση «κουλτούρα βιασμού» αποκτά νόημα μόνο εάν αναλογιστούμε το πραγματικό ιστορικό βάθος της. Δηλαδή, όλη την ιδιότυπη «πολιτική οικονομία» του βιασμού, τον τρόπο που αποτελεί πλευρά μιας συνολικότερης εξουσιαστικής σχέσης, τις πολλαπλές διασυνδέσεις ανάμεσα στην πατριαρχία, την ετεροκανονιστικότητα και την αναπαραγωγή μιας επίμονα τοξικής αρρενωπότητας και τις άλλες μορφές κοινωνικής βίας και εκμετάλλευσης. Μόνο που αυτό υποδεικνύει ταυτόχρονα και την ανάγκη ριζικών κοινωνικών αλλαγών και όχι απλώς «μηδενικής ανοχής».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο