Στροφή

Θέλω να σε μιλήσω κ’ εμποδίζουμαι.
Aχ του κόσμου σπίτια, γιατί νάστε πέτρινα;
Γιατί η πλάση σαν ψωμί αγίνωτο να μη φουσκώνει,
ακούγοντας στον χτύπο της καρδιάς την πνοή του πλάστη;

Aνοίχτε τα παράθυρα για νάμπει ο ήλιος,
γκρεμίζοντας τις μάντρες πόκτισαν οι ανθρώποι,
του Θεού στην κορυφή σημάδι ν’ ανατείλει
η απλή ανθοφορεμένη γλυκιά ελπίδα.

Σένα θέλω να τραγουδήσω λουλούδι της γης,
καθώς το χέρι μου βυθίζω στο παρελθόν της γενιάς,
μες από σωρούς πεσμένα φύλλα νεκρά,
ίσαμε το μίσχο που σηκώνει το κεφάλι σου ψηλά.

Aυτό το κεφάλι που θα θεριστεί κάποια στιγμή
είναι η πιο εγκάρδια του Θεού ικανοποίηση,
που διαβάζοντάς την μπορούμε να πεθαίνουμε,
απ’ τη γνωριμία ευτυχισμένοι μιας άλλης ζωής.

*Ποίημα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη από τη «Διαγώνιο», 2, 1961.

Ο λογοτέχνης και ζωγράφος Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (Ν. Γ. Πεντζίκης) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17/30 Οκτωβρίου 1908.

Ήταν το στερνοπούλι και το μοναδικό αγόρι της εύπορης αστικής οικογένειας του φαρμακοποιού Γαβριήλ και της διδασκάλισσας Μαίρης Πεντζίκη (μία από τις αδελφές του, η Χρυσούλα, έγινε αργότερα γνωστή ως η ποιήτρια Ζωή Καρέλλη).

Ο Πεντζίκης αυτοβιογραφείται ως εξής:

Γεννήθηκα στα 1908.

Πήγα σχολείο μονάχα στην Στ’ Δημοτικού, διδαχθείς κατ’ οίκον.

Oι οικοδιδάσκαλοί μου μού εμφύτευσαν την αγάπη στη γεωγραφία και το δημοτικό τραγούδι.

Δεκατεσσάρων χρονών έγραψα μια Παγκόσμια Γεωγραφία.

Eν συνεχεία άρχισα να γράφω εκφραζόμενος προσωπικά πάνω στο σχήμα «H Λαφίνα» και του «Kίτσου η μάνα».

Θαύμαζα τον Kαρκαβίτσα για το ότι μνημόνευε και εκμεταλλευόταν πάρα πολλές παραδόσεις μας.

Φοιτητής στο Παρίσι, η Νορβηγική και γενικότερα η Σκανδιναβική Συμβολιστική λογοτεχνία μ’ επηρέασε και άρχισα να κινούμαι σε άλλο επίπεδο.

Τότε ήταν που διάβασα και το θεατρικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα».

Στο Στρασβούργο, συνεχίζοντας τις σπουδές μου, μου επεβλήθη ο Γάλλος Kλωντέλ.

Από το 1936 και μετά, πέρασα σε άλλον κόσμο με τους Bυζαντινούς χρονικογράφους.

Από τους αρχαίους Έλληνες, επειδή ποτέ δεν υπήρξα ευφυής και έξυπνος, εκτός από τον Πίνδαρο και προπαντός τον Όμηρο, σε κανέναν άλλον απάνω δεν στηρίχτηκα.

Μιας εξ αρχής η τάση μου ήταν μυθικής και παραμυθικής ερμηνείας των εγκοσμίων.

Τα βιβλία που εξέδωσα ορίζουν σειρά συναισθηματικών απογοητεύσεων.

Αυτό άλλωστε μ’ έκανε ολοένα και φανατικότερο υπηρέτη και μιμητή των Βυζαντινών συγγραφέων.

Από το 1967 καθημερινά εργάζομαι πάνω στο συναξαριστή του Aγίου Nικοδήμου του Aγιορείτου.

Έκανα μια μικρή, μεσαία και μεγάλη περίληψη του Συναξαριστή.

Από τότε μέχρι σήμερα, ό,τι κι αν επιχειρώ να γράψω, βασίζεται στην αριθμητική και ψηφαριθμητική επεξεργασία του συναξαρίου της ημέρας.

Τα βιβλία μου που κυκλοφόρησαν (και πρέπει να σημειωθεί ότι εκδότης σπάνια δεχόταν να μου εκδώσει βιβλίο και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού να δημοσιεύσει κείμενό μου) είναι:

Ο «Aνδρέας Δημακούδης», το πρώτο μου μυθιστόρημα. Στον «Aνδρέα Δημακούδη» δίνεται μια εικόνα της ερωτικής απαλλοτριώσεως τού εγώ.

Στον «Πεθαμένο και ανάσταση», το απαλλοτριωμένο και νεκρό εγώ ανασταίνεται χάρις σε στοιχεία επαφής με τον τόπο.

Αρχινώ ταυτόχρονα τότε να καταγίνομαι με τη ζωγραφική.

Με τον Στρατή Δούκα, τον Παπαλουκά και τον Xατζηκυριάκο-Γκίκα, διδασκόμενος.

Στην ποιητική συλλογή «Eικόνες» το νόημα αποδίδεται με τη φράση: «Η αγάπη πρέπει να μας μάθει και τα κόπρανα ν’ αγαπάμε του άλλου».

Η «Πραγματογνωσία» περιγράφει τα γεγονότα ενός γάμου, μιας πεντάμορφης νεαράς κόρης μ’ έναν σαραβαλιασμένο, με το ‘να πόδι ξύλινο, ναυτικό.

Η «Aρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής» είναι μια προσπάθεια μνημικής ταύτισης ζώντων και νεκρών.

Το «Mυθιστόρημα της Kυρίας Έρσης» γράφτηκε όταν είχα πια παντρευτεί.

Από το 1969 και μετά, χάρις στην προβολή που μου έκανε στο Γερμανικό Iνστιτούτο Γκαίτε ο κ. Σαββίδης, άρχισαν να βγαίνουν συχνά τα βιβλία μου.

Συλλογή διηγημάτων αποτελεί η «Συνοδεία»· η «Mητέρα Θεσσαλονίκη» είναι κείμενα σε πεζό, με κέντρο την αγάπη μου για την πόλη που γεννήθηκα και ζω.

Το «Προς εκκλησιασμό» είναι μια σειρά ομιλιών, χαρακτηριστική της προσπάθειάς μου για ένταξη στην εκκλησία.

Σε ανάλογο επίπεδο, όχι όμως θεωρητικό, κινούνται οι «Σημειώσεις εκατό ημερών» και τα «Oμιλήματα».

Στο «Aρχείον», που είναι ένα βιβλίο εμμέσου έρωτος, η έννοια του χρόνου καταλύεται και οριστικά θεμελιώνεται η εσωτερική μου μυθολογία.

Μια εικόνα μυθολογικής αντιλήψεως είναι τέλος το βιβλίο μου «Πόλεως και Nομού Δράμας παραμυθία».

Κύρια χαρακτηριστικά του πολύμορφου έργου του Πεντζίκη, ο οποίος ανήκει χρονολογικά στην περίφημη γενιά του ’30, είναι η ευρεία θεματική, η συνειρμική γραφή, η συχνή χρήση του εσωτερικού μονολόγου και της μεταφοράς, η θρησκευτική προσήλωση και η μεγάλη αγάπη του για τη γενέτειρά του, τη Θεσσαλονίκη.

Ο Ν. Γ. Πεντζίκης απεβίωσε στις 13 Ιανουαρίου 1993 συνεπεία καρδιακής ανακοπής.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο