Home / Πολιτισμός / Τα πέντε μυστήρια της μάχης του Μαραθώνα

Τα πέντε μυστήρια της μάχης του Μαραθώνα

Καθώς στην Ιωνία οι ελληνικές πόλεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν μεγάλα κέντρα όπως η Μίλητος και η Αλικαρνασσός, δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους, περιήλθαν υπό την κυριαρχία της περσικής αυτοκρατορίας προς τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα.

Το 499 π.Χ. οι Έλληνες των ιωνικών πόλεων ξεκίνησαν την Ιωνική Επανάσταση και η Αθήνα μαζί με την Ερέτρια κινήθηκαν προς βοήθειά τους.

Το 490 π.Χ., ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος Α’, έχοντας καταστείλει την εξέγερση των ιωνικών πόλεων από το 494 π.Χ., έστειλε τον στόλο του να τιμωρήσει τις δύο πόλεις. Ο περσικός στρατός κατέστρεψε την Ερέτρια και αποβιβάστηκε στην Αττική, αλλά στη μάχη του Μαραθώνα ηττήθηκε από τους Αθηναίους και άλλους υπό τον στρατηγό Μιλτιάδη.

Παράταξη στη Μάχη – 11.000 Έλληνες, 100.000 Πέρσες

Το σχέδιο του Μιλτιάδη ήταν να εμπλακεί σε μάχη με το περσικό πεζικό όσο πιο σύντομα γινόταν, ώστε να αποφύγει τις απώλειες από τους εχθρικούς τοξότες.

Κάθε βράδυ πριν τη μάχη οι Έλληνες μίκραιναν την απόσταση ανάμεσα στα δύο μέτωπα και τη μέρα της μάχης είχαν φτάσει σε απόσταση περίπου 8 σταδίων, δηλαδή 1.480 μέτρα.

Στο δεξιό άκρο είχε τοποθετηθεί επικεφαλής ο Καλλίμαχος και στη συνέχεια οι δέκα φυλές, με τους Πλαταιείς να είναι στο αριστερό άκρο. Ο Μιλτιάδης είχε επιμηκύνει το μέτωπο έτσι ώστε το δεξιό και το αριστερό κέρας να είναι ισχυρά, αποδυναμώνοντας το κέντρο.

Οι Έλληνες επιτέθηκαν εναντίον των Περσών γρήγορα, τρέχοντας στα τελευταία μέτρα, μάλλον αιφνιδιάζοντας έτσι τους Πέρσες. Η σφοδρότητα της σύγκρουσης έδωσε πλεονέκτημα στα ισχυρά άκρα.

Η μάχη ήταν αμφίρροπη για αρκετή ώρα, μέχρις ότου οι δυο περσικές πτέρυγες κατέρρευσαν και τράπηκαν σε φυγή. Στο κέντρο, όπου βρίσκονταν οι επίλεκτες δυνάμεις με τους Πέρσες και τους Σάκες, ο ελληνικός σχηματισμός διασπάστηκε και υποχώρησε.

Τα πλάγια τμήματα όμως γύρισαν πίσω και επιτέθηκαν στο περσικό κέντρο περικυκλώνοντάς τους. Ακολούθησε σκληρή μάχη και τελικά οι Πέρσες τράπηκαν σε φυγή προς τον Σχοινιά, όπου βρίσκονταν τα πλοία τους.

Πολλοί Πέρσες έπεσαν στα νερά του έλους και πνίγηκαν. Η μάχη συνεχίστηκε στον Σχοινιά, καθώς οι Πέρσες προσπαθούσαν να διαφύγουν. Εκεί πέθαναν ο Καλλίμαχος, ο στρατηγός Στησίλαος και ο Κυναίγειρος, ο αδελφός του Αισχύλου. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να καταλάβουν επτά πλοία.

H μάχη είχε τελειώσει. Οι νεκροί Πέρσες υπολογίζονται από τον Ηρόδοτο γύρω στους 6.400 ενώ οι Έλληνες είχαν χάσει μόνο 192. Μετά τη νίκη τους, στάλθηκε αγγελιοφόρος για να την αναγγείλει στην Αθήνα, ο οποίος ξεψύχησε από την κούραση μόλις έφτασε.

Ανεξήγητο Πρώτον

Η Μάχη του Μαραθώνα, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, είχε γίνει πάνω σε μια πεδιάδα. Δεν έχει σχέση με καμία άλλη μάχη στην Ελλάδα, όπως π.χ. με τη Μάχη των Θερμοπυλών η οποία ήταν σε στενό.

Στον Μαραθώνα η πεδιάδα επέτρεπε την ανάπτυξη όλου του Περσικού στρατεύματος, όπως και έγινε. Δηλαδή, οι Έλληνες επέλεξαν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες κατά μέτωπο και με όλο το εύρος της δύναμής τους, πράγμα που θα ήταν ένα σοβαρό μειονέκτημα γι’ αυτούς.

Γιατί όμως επέλεξαν αυτόν τον τρόπο, δείχνοντας στον αντίπαλο ότι περιφρονούν τη δύναμή του και πώς ήταν σίγουροι για τη νίκη τους;

Ανεξήγητο Δεύτερον

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, στο πεδίο της Μάχης οι Πέρσες αναπτύχθηκαν σε βάθος 30 αντρών στο κέντρο της παράταξής τους (εδώ, προσοχή, δεν υπολογίζεται ότι τα άκρα των Περσών ήταν αδύναμα με λιγότερο βάθος – το εκλαμβάνουμε ως ισόποσο).

Αυτό έδινε μια ανάπτυξη στρατεύματος των 100.000 αντρών, που ήταν εκεί, γύρω στα 3.300 μέτρα. Από την άλλη μεριά, οι Έλληνες ήταν μόνο 11.000 και, για να μπορέσουν να αντιπαρατάξουν ένα ίσο μέτωπο απέναντι στους Πέρσες, έπρεπε το βάθος τους να είναι βάθος 3 ανδρών και κάτι (χωρίς να υπολογίσουμε ότι είχαν ενισχύσει τα άκρα τους, πράγμα που θα έδινε μικρότερο μήκος).

Από την Ιστορία γνωρίζουμε ότι το μέτωπο των Ελλήνων ήταν 1.600 μέτρα, δηλ. 6 άνδρες περίπου βάθος σε ισόποση παράταξη.

Έτσι, από τα παραπάνω προκύπτει ότι περίσσευαν 850 μέτρα από τη μία μεριά και 850 μέτρα από την άλλη μεριά Περσικού μετώπου, το οποίο θα στεκόταν και δεν θα έκανε τίποτα.

Το ερώτημα είναι: εάν τα πράγματα γίνανε έτσι, γιατί αυτός ο στρατός των 850 μ. από τη μια μεριά και των 850 μ. από την άλλη δεν κινήθηκε κυκλωτικά για να παγιδεύσει τους Έλληνες σαν θανάσιμη τανάλια;

Ανεξήγητο Τρίτον

Εχετλαίος

Στα έργα του Ηροδότου και του Παυσανία έχουμε την παρουσία ενός ανδρός αγνώστου προς τους Έλληνες, ο οποίος εμφανίστηκε απροειδοποίητα. Ήταν πιο ψηλός από τα άτομα εκείνης της εποχής, φορούσε μια περίεργη στολή η οποία έμοιαζε με αγρότη και όχι με πολεμιστή και κρατούσε ένα όπλο το οποίο έμοιαζε με λαβή αρότρου (αρχ. εχέτλη) και το οποίο έστρεφε προς τους Πέρσες και τους αποδεκάτιζε.

Αργότερα, οι Έλληνες ζήτησαν πληροφορίες για τον άντρα αυτόν από το Μαντείο των Δελφών και οι ιερείς τον κατονόμασαν ως Εχετλαίο.

“…Συνέβη δε ως λέγουσιν, άνδρα εν τη μάχη παρείναι το είδος και την σκευήν άγροικον. Ούτος των βαρβάρων πολλούς καταφονεύσας αρότρω, μετά το έργον ην αφανής. Ερομένοις δε Αθηναίοις άλλο μεν ο θεός ες αυτόν έχρησεν ουδέν, τιμάν δε Εχετλαίον εκέλευσεν ήρωα.” (Παυσανίας βιβλ. 1, κεφ. 32).

Ο άνδρας αυτός προωθείτο στο πεδίο της Μάχης και κατακρεουργούσε τους Πέρσες με το όπλο του με απίστευτη ταχύτητα. Επίσης, ο Ηρόδοτος μας αναφέρει ότι ένας Αθηναίος στρατιώτης, ο Επίζηλος, γιος του Κουφαγόρα, ενώ πολεμούσε γενναία στήθος με στήθος, ξαφνικά έχασε την όρασή του και στα δύο του μάτια, παρόλο που δεν τον είχε ακουμπήσει τίποτα, ούτε δόρυ ούτε ξίφος, ούτε βέλος τόξου.

Συνεχίζοντας, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Επίζηλος διηγείται πως είδε έναν μεγαλόσωμο οπλίτη που η γενειάδα του κάλυπτε ολόκληρη την ασπίδα του, και ότι αυτό το φάντασμα κρατούσε στα χέρια του ένα πολύ φωτεινό όπλο! Πέρασε ακριβώς δίπλα του, σκοτώνοντας Πέρσες αντιπάλους και αυτή η σκηνή ήταν η τελευταία που είδε ο Επίζηλος, γιατί τυφλώθηκε από κάποια υπερβολική λάμψη!

Ανεξήγητο Τέταρτον

Καθ’ όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας της Μάχης, μέχρι να φτάσει η μέρα της σύγκρουσης, οι Έλληνες μετακινούνταν προς το μέτωπο των Περσών τις βραδινές ώρες, έτσι ώστε να μην γίνουν ορατές οι κινήσεις τους. Και μέχρι την ημέρα της Μάχης, ο Ηρόδοτος μας αναφέρει ότι φτάσανε 8 στάδια από το στρατόπεδο των Περσών, δηλ. (όπως είδαμε και παραπάνω) περίπου 1.480 μέτρα.

Ο λόγος που το κάνανε αυτό ήταν ότι γνώριζαν πως οι Πέρσες είχαν πάγια τακτική, πριν την τελική σύγκρουση και όταν ο αντίπαλος πλησίαζε προς τη μεριά τους, να ρίχνουν μια ομοβροντία 2-3 επαναλήψεων βελών από τους τοξότες τους.

Έτσι οι Έλληνες, με αυτές τις βραδινές κινήσεις προσέγγισης, προσπαθούσαν να μειώσουν την απόσταση από τους Πέρσες, άρα και τις απώλειές τους. Το ερώτημα που γεννάται είναι πώς κατάφεραν να προσεγγίσουν τους Πέρσες στο πεδίο της Μάχης χωρίς να έχουν σοβαρές απώλειες από τις ομοβροντίες βελών, καθώς σε όλη τη διάρκεια της μάχης σκοτώθηκαν μόνον 192 Έλληνες; Να υποθέσουμε ότι οι Πέρσες δεν ήξεραν σημάδι, ότι δεν μπορούσαν να τους πετύχουν για άλλους λόγους, ή ότι δεν πρόλαβαν να το κάνουν;

Ανεξήγητο Πέμπτον

Η Μάχη του Μαραθώνα άρχισε στις 5:30 περίπου το πρωί και οι Πέρσες στρατηγοί διέταξαν οπισθοχώρηση στις 8 το πρωί, δηλ. μόλις 2,5 ώρες μετά την έναρξη της μάχης.

Το παράξενο είναι πως όλα έγιναν μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. 6.400 Πέρσες αποδεκατίστηκαν, από έναν ελληνικό στρατό που αριθμούσε το 1/10 της δικιάς τους δύναμης, με φοβερή ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Πώς είναι άραγε δυνατόν να συνέβη κάτι τέτοιο σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα;

Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι η νίκη στη μάχη του Μαραθώνα ξάφνιασε ακόμα και τους Αθηναίους. Για να δικαιολογήσουν την πανωλεθρία των Περσών, αρκετοί από τους Αθηναίους πολεμιστές ισχυρίστηκαν ότι είδαν πολλούς ήρωες και θεούς να πολεμούν στο πλάι τους. Ο κυριότερος από αυτούς ήταν ο Παν, ο οποίος ενέπνευσε στους Πέρσες τον «Πανικό», δηλαδή τον ιερό, τρομερό φόβο. Σε αυτήν τη μυθοπλασία συγκαταλέγεται μάλλον και η εμφάνιση του ήρωα Εχετλαίου.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Οι Αθηναίοι στρατοπέδευσαν στα υψώματα του όρους Αγρελίκι, πάνω από το σημερινό χωριό Βρανά. «Ήλθομεν,» είπαν «να θέσωμεν ομού την κρηπίδα της ελευθερίας επί του ιερού τούτου τόπου». Τη στιγμή της συναντήσεώς τους, Αθηναίοι και Πλαταιείς ανέκρουσαν τα δόρατά τους επί των ασπίδων τους, σε θριαμβευτικό αλαλαγμό, προάγγελο της νίκης…

Στην τελική παράταξη των αντιπάλων στρατών, η μεταξύ τους απόσταση ήταν 8 στάδια, δηλαδή 1500 μέτρα. Μετά τις θυσίες και έναν μικρό λόγο του Μιλτιάδη, δόθηκε από τον ίδιο το σύνθημα της επίθεσης.

Μετά τη μάχη, οπλίτες Αθηναίοι είπαν ότι λίγο πιο μπροστά από τον Μιλτιάδη, που οδηγούσε τη φάλαγγα, έτρεχε λουσμένος σε ένα χρυσό φως ο ήρωας της Αθήνας, ο Θησέας, βαριά οπλισμένος σαν πεζός – και αυτός ήταν εκείνος που έπεσε πρώτος επάνω στο κέντρο των Περσών.

Η σύγκρουση μεταξύ των δύο στρατών ήταν φοβερή. Χωρίς οι Αθηναίοι να ελαττώσουν την ορμή τους, άρχισαν να νικούν στα δύο άκρα της παράταξης και να τρέπουν τους αντιπάλους σε φυγή. Στο κέντρο, όμως, όπου 2000 Αθηναίοι πολεμούσαν με 18000 εκλεκτούς του Περσικού στρατού, νικούσαν οι Πέρσες.

Εδώ ακριβώς συνέβη το δεύτερο από τα θαυμαστά της μάχης του Μαραθώνα. Ένας γιγαντόσωμος «αγροίκος», με γενειάδα που κάλυπτε την ασπίδα του, άγνωστος σε όλους, κρατώντας τη μεγάλη λαβή ενός αρότρου της εποχής (την εχέτλη), κατέβηκε με μεγάλη ορμή από το βουνό σκορπώντας τον θάνατο και τον «πανικό» (η λέξη προέρχεται από τον Πάνα) στους Πέρσες. Κατόρθωσε μάλιστα να φτάσει στο κέντρο της μάχης και να ενωθεί με τους 2.000 Αθηναίους, που διοικούσαν ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης, συνεχίζοντας να «θερίζει» τους εχθρούς.

Όπως θα διηγηθεί μετά τη μάχη ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο Επίζηλος του Κουφαγόρου, ενώ πολεμούσε σώμα με σώμα, του φάνηκε ξαφνικά ότι είδε απέναντί του έναν πανύψηλο οπλίτη που τα γένια του σκέπαζαν την ασπίδα του. Έμοιαζε σαν φάντασμα που κρατούσε στα χέρια του ένα πολύ φωτεινό όπλο! Πέρασε ακριβώς δίπλα του, σκοτώνοντας πέντε Πέρσες αντιπάλους και αυτή η σκήνη ήταν η τελευταία που είδε ο Επίζηλος, αφού τυφλώθηκε από κάποια υπερβολική λάμψη!

Περίπου επτακόσια χρόνια αργότερα, όταν ο Παυσανίας επισκέφτηκε στην Αθήνα την Ποικίλη Στοά, είδε ότι ανάμεσα στις πολλές και διάφορες ζωγραφιές που τη διακοσμούσαν (και που της έδωσαν το όνομά της) βρίσκονταν και οι απεικονίσεις εκείνων που πολέμησαν στον Μαραθώνα τον Σεπτέμβρη του 490 π.Χ. Μάλιστα, οι ονομαστοί ζωγράφοι Πάναινος και Μίκων φρόντισαν ώστε να ξεχωρίζουν οι μορφές του πολέμαρχου Καλλίμαχου, του στρατηγού Μιλτιάδη και του ήρωα Έχετλου ή Εχετλαίου.

(…)

Η μάχη του Μαραθώνα συνδέεται με πολλά παράξενα και υπερφυσικά συμβάντα, που ο θρύλος τους έφτασε μέχρι τις μέρες μας.

Εκτός από την παρουσία του φοβερού πολεμιστή Εχετλαίου, ο οποίος μάλιστα λέγεται ότι βγήκε από το ιερό σπήλαιο του Πανός στον Μαραθώνα, έχουμε και την εμφάνιση του ίδιου του Πανός τόσο στη μάχη όσο και στον Φειδιπίδη, τον οποίο οι Αθηναίοι έστειλαν στη Σπάρτη για να ζήτησει βοήθεια.

Καθώς ο Φειδιπίδης περνούσε από το όρος Παρθένιο, ο Παν τον φώναξε με το όνομά του και παρήγγειλε να πει στους Αθηναίους ότι δεν του δίνουν την πρέπουσα σημασία, παρά το γεγονός ότι αυτός διάκειται ευνοϊκά απέναντί τους και πολλές φορές τους βοήθησε στο παρελθόν και θα κρατήσει την ίδια στάση και στο μέλλον.

Μετά τη νικηφόρα μάχη στον Μαραθώνα, οι Αθηναίοι πίστεψαν τη διήγηση του Φειδιπίδη και ίδρυσαν ιερό του Πανός κάτω από την Ακρόπολη.

Σώζεται μάλιστα επίγραμμα του λυρικού ποιητή Σιμωνίδη του Κείου (556- 468 π.Χ.) που αναφερόταν σε άγαλμα του Πανός, ανάθημα του στρατηγού Μιλτιάδη:

«Τον τραγόπουν εμέ Πάνα, τον Αρκάδα, τον κατά Μήδων, τον μετ’ Αθηναίων, στήσατο Μιλτιάδης.» (Προς τιμή μου, εμένα του τραγοπόδαρου Πάνα, του Αρκάδα, που πολέμησε μετά των Αθηναίων τους Μήδους, έστησε αυτό το ανάθημα ο Μιλτιάδης).

Μερικοί μάλιστα πιστεύουν ότι Παν και Έχετλος είναι ένα και το αυτό πρόσωπο!

Παραδόσεις αναφέρουν ακόμα και παράξενα φώτα, την ώρα της μάχης, στην περιοχή του μεγάλου έλους, προς την πλευρά που κατείχαν οι Πέρσες.

Για πολλά χρόνια, οι χωρικοί της περιοχής άκουγαν κλαγγές όπλων, φωνές ανθρώπων και χρεμετίσματα αλόγων από το πεδίο της κοσμοϊστορικής μάχης. Λέγεται ότι καμιά φορά τα ίδια ακούγονται και σήμερα ακόμη!

Κάποιος Αθηναίος οπλίτης είχε μαζί του στη Μάχη του Μαραθώνα τον υπερμεγέθη σκύλο του, άγριο και τρομερό, που με τα δόντια του μαχόταν ηρωϊκά εναντίον των Περσών. Για τη γενναιότητα που έδειξε και για τον κίνδυνο που διέτρεξε, το σκυλί έλαβε ως ανταμοιβή την απεικόνισή του ανάμεσα σ’ εκείνους που περιβάλλουν τον Κυναίγειρο, τον Επίζηλο και τον Καλλίμαχο. Όλοι αυτοί, καθώς και ο σκύλος, είχαν φιλοτεχνηθεί από τον ζωγράφο Μίκωνα στην Ποικίλη Στοά.

Ο γνωστός ερευνητής Α. Πουρναρόπουλος ερεύνησε μερικές ενδιαφέρουσες εκδοχές. Ξεκίνησε προσπαθώντας να ανακαλύψει πώς πραγματικά ήταν το «Ησιόδιο Άροτρο» – η εχέτλη – εκείνη την περίοδο. Βρήκε λοιπόν μία παράσταση αρόσεως αγρού με ένα τέτοιο άροτρο, σε ένα αρχαίο αγγείο χρονολογίας 460-450 π.Χ.

Είναι αξιοσημείωτο ότι το σχήμα της εχέτλης στο αγγείο αυτό θυμίζει ένα υπερσύγχρονο όπλο! Εάν ήταν πολυβόλο όπλο με εκρηκτικά βλήματα, οι Αθηναίοι θα έλεγαν ότι ο Ήρωας Εχετλαίος πολεμούσε με «κεραυνούς». Εάν ήταν είδος «φλογοβόλου», τότε θα έλεγαν ότι πολεμούσε με πύρινη ρομφαία. Αλλά δεν συνέβη oύτε το ένα ούτε το άλλο.

«Θα μπορούσε το παράξενο όπλο να ήταν όπλο ακτίνων;»

Την απάντηση τη βρίσκουμε κρυμμένη στα κείμενα του Ηροδότου. Στη μάχη του Μαραθώνα σκοτώθηκαν 6400 περίπου Πέρσες και 192 Αθηναίοι. Στη διάρκεια της μάχης, συνέβη κάτι πολύ παράξενο: ένας Αθηναίος οπλίτης, ο Επίζηλος, γιος του Κουφαγόρα, πολεμούσε γενναία στήθος με στήθος, όταν ξαφνικά έχασε την όρασή του και στα δύο του μάτια, μολονότι δεν τον είχε ακουμπήσει τίποτα, ούτε δόρυ, ούτε ξίφος, ούτε κανένα βέλος τόξου. Από τότε έμεινε τυφλός μέχρι το τέλος της ζωής του!

Θεϊκή ενέργεια ή προηγμένη τεχνολογία, το σίγουρο είναι ότι εκείνον τον Σεπτέμβρη στον Μαραθώνα συνέβησαν πράγματα που μας πείθουν πως εκείνη η μάχη θα καθόριζε το μέλλον όλης της ανθρωπότητας…

Είναι πολύ πιθανόν, ο Ηρόδοτος να μην αποκάλυψε όλα τα στοιχεία που ήξερε για τα όσα υπερφυσικά συνέβησαν στη Μάχη, αν λάβουμε υπόψη τις γνωστές επιφυλάξεις του να μιλάει για θέματα που άπτονται των θεϊκών πραγμάτων (Ηρόδοτος, Ευτέρπη, 65).

http://www.egriechen.info/2015/04/pente-mystiria-maxi-marathona.html

About Alexandros Damigos

Alexandros Damigos