Home / Ειδήσεις / Αλέξανδρος Βέλιος: Ο άνθρωπος που «ζει» τον θάνατό του

Αλέξανδρος Βέλιος: Ο άνθρωπος που «ζει» τον θάνατό του

Το βιβλίο της ζωής του

Η ταραχώδης διαδρομή του δημοσιογράφου και λογοτέχνη που σόκαρε τους πάντες προαναγγέλλοντας τον θάνατό του ως επιλογή και όχι ως μοιραία κατάληξη του καρκίνου

Η συγκλονιστική, απροσδόκητη, μα και πρωτόγνωρη δημόσια εξομολόγηση του δημοσιογράφου-συγγραφέα Αλέξανδρου Βέλιου ότι έχει μόνο λίγους μήνες ζωής επειδή πάσχει από καρκίνο σε τελικό στάδιο και ότι κίνησε ήδη τις διαδικασίες προκειμένου να μεταβεί σε ίδρυμα της Ελβετίας για ευθανασία σόκαρε τους πάντες. Το συγκινησιακό φορτίο που προκάλεσε η αφοπλιστικά γενναία, σχεδόν προκλητική προς τον θάνατο, στάση του απέναντι στο μοιραίο και η ωμή εξιστόρηση της περιπέτειάς του ήταν καθηλωτικά ακόμη και για τους πιο ψυχρούς παρατηρητές.

Η ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια τάραξε τα «ορθά» στάνταρ και τις politically correct συμπεριφορές που μας έχουν συνηθίσει οι έχοντες δημόσιο λόγο, οποιασδήποτε μορφής και περιεχομένου.

Δεν ήταν όμως το συγκινησιακό στοιχείο που κυριάρχησε στην παρέμβαση αυτή. Αλλωστε ο ίδιος δεν έδωσε την παραμικρή εντύπωση ότι εκλιπαρεί έστω και ένα ίχνος οίκτου, ούτε καν συμπαράστασης στις δυσκολίες που βιώνει – ο ίδιος διαχειρίζεται με πλήρη επίγνωση, μεθοδικότητα και απόλυτο, μέσα στο πλαίσιο που όρισε το παιχνίδι της μοίρας, έλεγχο την κατάστασή του. Αυτό που έφερε στο προσκήνιο ο Αλέξανδρος Βέλιος με τα όσα είπε είναι το δικαίωμα να αποφασίζει κανείς για τον θάνατό του όταν αυτός είναι δεδομένος και αναπόφευκτος σε σύντομο διάστημα, αλλά και όταν οι συνθήκες της ζωής λόγω μιας ανίατης αρρώστιας γίνονται αφόρητα βασανιστικές και διαμορφώνουν ένα καθημερινό κολαστήριο – και για τον ίδιο και για τους δικούς τους ανθρώπους τις πιο πολλές φορές.

Μόχλευσε με καταλυτικό τρόπο τη συζήτηση και την αναζήτηση γύρω από το θέμα-ταμπού, την ευθανασία. Ιδίως όταν αυτό το δικαίωμα μπορούν να το επιφυλάξουν κάποιοι στον εαυτό τους υπό την προϋπόθεση της οικονομικής δυνατότητας και πιθανόν της οικογενειακής στήριξης και βοήθειας, με την επιλογή, για παράδειγμα, του συγκεκριμένου κέντρου στην Ελβετία στο οποίο σκοπεύει να πάει και ο ίδιος. Πρόκειται όμως για ένα δικαίωμα που για προφανείς λόγους δεν μπορούν να ασκήσουν όλοι όσοι θα το ήθελαν, καθώς, πέραν του οικονομικού, στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες χώρες βέβαια, αντίκειται στο ισχύον νομικό πλαίσιο και κυρίως στους καταναγκασμούς που επιβάλλει η Εκκλησία.

Ενα ανατρεπτικό βιβλίο

Ξαφνικά πήρε άλλη διάσταση η συζήτηση γι’ αυτό που οι περισσότεροι σκέφτονται εφόσον η ζωή τούς φέρει μπροστά σε ανάλογες καταστάσεις: το πώς θα περάσουν το τελευταίο διάστημα της ζωής τους στην περίπτωση που εγκλωβιστούν στην αντίστροφή μέτρηση μιας ακατανίκητης και μαρτυρικής αρρώστιας που κατατρώει τις σωματικές αντοχές και εξευτελίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Είναι τότε που σχεδόν ο καθένας, πλην ίσως των τυφλά αφοσιωμένων σε εκκλησιαστικά δόγματα, σκέφτεται «ας φύγω όρθιος, γρήγορα και χωρίς να ταλαιπωρηθώ ή να ταλαιπωρήσω κανέναν».

Ο Αλέξανδρος Βέλιος αποφάσισε να μη φύγει ήσυχα και αθόρυβα όπως συνηθίζουν οι περισσότεροι σε τέτοιες περιπτώσεις, καθώς προτιμούν την απομόνωση, την ενδοσκόπηση και την αφιέρωση αποκλειστικά στον προσωπικό τους περίγυρο. Αφησε στην άκρη τον κλαυθμό της επερχόμενης απώλειας και επέλεξε έναν γδούπο, όπως λέει και ένας αγαπημένος του ποιητής, ο Τόμας Ελιοτ, για να αφήσει ως τελευταία γεύση. Πήρε το ρίσκο να δώσει μια έσχατη σκληρή μάχη όχι για το σώμα του που τον πρόδωσε, αλλά για τις ιδέες του. Διακινδυνεύοντας ακόμη και την απογοήτευση ή τις επιθέσεις εναντίον του στην πιο δύσκολη στιγμή, θέλησε να συμβάλει με την αποκάλυψη του μαρτυρίου του στη διεκδίκηση της ελεύθερης επιλογής του καθενός να καθορίζει το τέλος του. Μετέτρεψε το προσωπικό του δράμα σε αγώνα για ένα ανθρώπινο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου διχάζει κοινωνίες και επιστημονικές κοινότητες από πάντα. Ο ίδιος μάλιστα, μόλις συνειδητοποίησε την κατάστασή του και αντιλήφθηκε το ανεπίστρεπτο που του επιφύλαξε η μοίρα, αφιέρωσε πολλές από τις φανερά πλέον πολύτιμες ώρες των προηγούμενων μηνών στη συγγραφή ενός ανατρεπτικού και βίαια διεισδυτικού βιβλίου που πραγματεύεται ουσιαστικά ακριβώς αυτό: το δικαίωμα στην ευθανασία, όπως γράφει κάτω από τον τίτλο «Εγώ και ο θάνατός μου – Το δικαίωμα στην ευθανασία».

Σε μία από εκείνες τις γυμνές από κάθε ελπίδα νύχτες που αφιέρωσε για να αποτυπώσει την κραυγή αγωνίας στο χαρτί, αυτής της τελευταίας παρακαταθήκης του, έγραφε: «Η ζωή είναι μία συλλογική πορεία, ακόμα και για τον πιο μοναχικό άνθρωπο. Ο θάνατος, αντίθετα, είναι μια καθαρά προσωπική υπόθεση, επιλογή και απόφαση: το δικαίωμα στο θάνατο συνιστά για μένα το πιο θεμελιώδες ίσως ανθρώπινο δικαίωμα. Σ’ αυτό αποκορυφώνονται η ατομική ελευθερία και η ελευθερία της βούλησης, ο απογαλακτισμός του ανθρώπου από κάθε – θεϊκό, κοινωνικό ή άλλον- καταναγκασμό. Γι’ αυτό ακριβώς το καταπολεμούν όλες οι εξουσίες».

Γροθιά στο κατεστημένο

Οαγώνας για το δικαίωμα στην ευθανασία έδωσε δημιουργικό κίνητρο, μαχητικό πνεύμα και δύναμη στον Αλέξανδρο Βέλιο σε αυτό το τρομακτικής πυκνότητας γεγονότων και γεμάτο απογοητεύσεις διάστημα. Τον ώθησε στο να παραμείνει δραστήριος πνευματικά, κοινωνικά και πολιτικά παρά τη συνεχώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του. Τον έφερε αντιμέτωπο για μία ακόμη φορά με ό,τι αντιστρατευόταν σχεδόν σε όλη του τη ζωή: τους αυστηρούς κανόνες, τον πειθαναγκασμό, τη συμβατότητα, τις λογικές του συμβιβασμού, τη μοιρολατρία. Στο βιβλίο του τα βάζει όχι με την κοσμική εξουσία, για την οποία τρέφει έτσι κι αλλιώς ελάχιστη εκτίμηση, αλλά πρωτίστως με την Εκκλησία και την υποκριτική στάση της για την ευθανασία, καθώς τη θεωρεί υπαίτια για το αναχρονιστικό πλαίσιο που θεωρεί ότι έχει επιβληθεί στο θέμα αυτό: «Στα νεκροταφεία βρίσκονται θαμμένοι ένοχοι κάθε εγκλήματος που μπορεί να φανταστεί κανείς, ανθρωπόμορφα τέρατα και καθωσπρέπει κακούργοι, επώνυμοι και ανώνυμοι αμαρτωλοί, απάνθρωποι θύτες κάθε λογής. Ολοι αυτοί δεν στερήθηκαν μια νεκρώσιμη ακολουθία από την Εκκλησία… Μόνο η αυτοκτονία είναι κάρφος στο μάτι της! Γιατί; Διότι ο αυτόχειρας την απειλεί: απειλεί να λύσει τον ζυγό της κυριαρχίας της στην ανθρώπινη ζωή». Εκφράζει τον θαυμασμό του για τους «ιδανικούς αυτόχειρες της νεότερης ιστορίας μας, εκείνους που με την αυτοκτονία τους φόρτισαν με ένα εύγλωττο τέλος ένα ανεξίτηλο έργο» και αναφέρεται στον Πολ Λαφάργκ, τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Στέφαν Τσβάιχ, τον Αρθουρ Κέσλερ.

Η πρόβλεψη για καθιέρωση της ευθανασίας

Πάντα αεικίνητος, παθιασμένος, γελαστός, αστείρευτος και κυνηγώντας νέες προκλήσεις, αυτοκαταστροφικός και εξίσου δημιουργικός, ο Αλέξανδρος Βέλιος αδυνατεί να συμβιβαστεί με την προκαθορισμένη πορεία που του επιφυλάσσει η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Και παραδέχεται ανοιχτά ότι ενώ μπορεί να ατενίζει τον ερχομό του θανάτου με σθένος, δεν αντέχει -και εξεγείρεται- μπροστά στην προοπτική του πόνου, της ραγδαίας σωματικής κατάπτωσης, της ανημπόριας. «Δεν θέλω να με βλέπουν οι δικοί μου να λιώνω σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι χωρίς τη δύναμη να επικοινωνήσω ή σε κωματώδη κατάσταση. Αποκομμένο ήδη απ’ τη ζωή, τυπικά ζωντανό ακόμα. Ποια ηθική, ποια δεοντολογία, ποιος νόμος με υποχρεώνει να πιω, κόντρα στη θέλησή μου, ένα τέτοιο πικρό ποτήρι;» γράφει. Με ένα σπαρακτικό και ταυτόχρονα καταγγελτικό κείμενο προβλέπει ότι η ευθανασία θα καθιερωθεί τελικά ως ανάγκη της σύγχρονης δυτικής οικονομίας που δεν θέλει περιττά βάρη και κατακεραυνώνει όσους σήμερα αντιστέκονται στο δικαίωμα θεληματικής αποχώρησης από τη ζωή: «Ολοι εσείς οι κατ’ επάγγελμα θεσμοφύλακες της κοινωνικής αρετής, εσείς οι αξιοπρεπείς τενόροι της διατεταγμένης ζωής, εσείς που κρύβεστε ως πόντιοι πιλάτοι πίσω από τον Θεό, τον νόμο, τον Ιπποκράτη, αυτό που αρνείστε σήμερα να αναγνωρίσετε ως δικαίωμα εν ονόματι της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ατόμου, αύριο θα το δεχτείτε ως Ενδέκατη Εντολή κατ’ επιταγήν της αγοραίας οικονομίας».

Παρότι φαινομενικά απόμακρος, σοβαρός και αυστηρός, ο Αλέξανδρος Βέλιος στο βιβλίο του ανοίγεται, φορτίζει συναισθηματικά καθετί που περιγράφει. Δείχνει σαν να μη μιλά με τον εαυτό του, αλλά ουσιαστικά απευθύνεται σε όλους τους άλλους, τους δικούς του, τους κοντινούς μα και μακρινούς ανθρώπους. Λέει όσα ίσως απέφυγε ή δεν μπόρεσε να πει όταν ζούσε ανέμελα και φυσιολογικά τη ζωή του, χωρίς το άγχος του θανάτου να απελευθερώνει τον συναισθηματικό του κόσμο, τις μύχιες σκέψεις του, τις παραδοχές του.

«Προσπαθώ να μη σκέφτομαι κάθε φορά που βλέπω τους δικούς μου ή τους φίλους μου ότι λιγοστεύουν οι φορές που θα τους ξαναδώ. Το φάσμα αυτής της κλεψύδρας θα έκανε σχεδόν αβίωτη συναισθηματικά την καθημερινότητα με τη γυναίκα μου και αβάσταχτη την επαφή με τα παιδιά μου. Ζω εντός παρενθέσεως προσπαθώντας να νιώσω τις μέρες μου ευρύχωρες. Αλλά έχω ένα σφίξιμο στο στήθος που σπάνια με εγκαταλείπει… Δεν θα δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν – κι αυτό με πονάει πιο πολύ απ’ όλα. Αποφεύγω να φαντάζομαι τη γυναίκα μου στη μοναξιά του πένθους. Θα στερηθώ αγαπημένους φίλους, διαλεκτικούς συντρόφους κάποιων δεκαετιών. Δεν θα γνωρίσω πια άλλες χαρές και λύπες, νίκες και ήττες, αλλά στο κάτω-κάτω είχα πλούσιο μερίδιο από τέτοιας λογής απότοκα της ζωής. Και χάρηκα, και έπαθα, και έμαθα».

Ο αντισυμβατικός κοσμοπολίτης

Οτρόπος που αντιμετωπίζει τον θάνατο ο Αλέξανδρος Βέλιος, αλλά στην ουσία και το τελευταίο στάδιο της ζωής του απηχεί το πώς ακριβώς έζησε τις έξι και κάτι δεκαετίες που του μοίρασε η μοίρα. Ενας τρόπος αντισυμβατικός, ανατρεπτικός, πρωτοπόρος, χωρίς φόβο, αλλά με πάθος και δίψα, ακόμα κι αν αυτή τροφοδοτείται από ματαιοδοξία, όπως και ο ίδιος διαπιστώνει ότι έχει, ή ακόμη και από ροπή στην εκκεντρικότητα, όπως του καταλογίζουν κάποιοι. Αν και έγινε ευρύτερα γνωστός από περιφερειακής κλίμακας, έως και θεωρούμενα περιθωριακά τηλεοπτικά κανάλια, λίγοι γνωρίζουν ότι μόνος του αρνήθηκε να καθιερωθεί ως ένας mainstream δημοσιογράφος. Κι όμως, είχε όλες τις λεγόμενες αποδεκτές προδιαγραφές για να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή.

Γέννημα θρέμμα Αθηναίος, γόνος αστικής και εύπορης οικογένειας, ξεκίνησε με… γαλλικά, έστω χωρίς πιάνο. Για την ακρίβεια, σπούδασε Λογοτεχνία και Φιλοσοφία στο Παρίσι τη δεκαετία του 1970. Εξαιρετικός στη χρήση της γλώσσας, πνευματώδης, οξυδερκής, διεισδυτικός στην κρίση του, με ικανότητα βαθιάς ανάλυσης των πραγμάτων. Αδυναμία του ωστόσο ήταν εξαρχής η ποίηση και η λογοτεχνία. Γράφει και εκδίδει κείμενα από την αρχή των σπουδών του.

Παρότι στα φοιτητικά του χρόνια δεν ασχολήθηκε με την πολιτική, παρασυρμένος και από την μποέμ ζωή στα σοκάκια του Σεν Ζερμέν και της Μονμάρτρης, με την επιστροφή του στην Αθήνα, κάπου στα 1979, αρχίζει συνεργασία με το «Βήμα» και τη σταδιακή ενασχόληση με τα πολιτικά πράγματα. Από το Παρίσι δεν επιστρέφει μόνος του: έχει κάνει ήδη τον πρώτο από τους τρεις συνολικά γάμους του, υποκύπτοντας σε μία από τις μεγάλες αδυναμίες του, τις γυναίκες.

Στο «Βήμα» θα μείνει για μικρό διάστημα, καθώς απηυδισμένος από τον «βυζαντινισμό», όπως λέει σήμερα, θα αποχωρήσει αδράχνοντας την ευκαιρία που του δίνει ο μέντοράς του στη συνέχεια Παναγιώτης Λαμπρίας με την έκδοση τότε της «Μεσημβρινής». Ξεκινά από το ρεπορτάζ των πανίσχυρων τότε φοιτητικών παρατάξεων και των νεολαιών των κομμάτων. Σύντομα μεταπηδά στο διπλωματικό και το πολιτικό ρεπορτάζ και εξελίσσεται σε στέλεχος της εφημερίδας, με όλες τις δυνατότητες για ραγδαία ανέλιξη.

Είναι καλλιεργημένος, με μορφωτικό βάθος και κοσμοπολίτης. Ο,τι πρέπει για μια σπουδαία καριέρα στον αστικό Τύπο. Ομως δεν του είναι εύκολο να φορέσει αυτό το ήδη ραμμένο κουστούμι. Η πορεία του στη «Μεσημβρινή» θα ανακοπεί κάπου στο 1986, όταν συγκρούεται με τον τότε διευθυντή του Χρήστο Πασαλάρη με αφορμή τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους γύρω από τις εξελίξεις στη συντηρητική παράταξη και φυσικά τίθεται εκτός εφημερίδας.

Από παλιότερο ταξίδι στο Βελιγράδι

Από τη συνέντευξη-εξομολόγηση σε τηλεοπτική εκπομπή

Ο Αλέξανδρος Βέλιος με τη γυναίκα του και την κόρη τους Αιμιλία

 

Το ΚΑΝΑΛΙ 29 και η μητσοτακική Δεξιά

ΟΒέλιος έχει ταχθεί υπέρ του Κωστή Στεφανόπουλου στην κόντρα του με τον Κώστα Μητσοτάκη. Μάλιστα γοητεύεται για πρώτη και τελευταία φορά από την ιδέα εμπλοκής στα κομματικά και είναι για ένα μικρό διάστημα επιτελικό στέλεχος της ΔΗΑΝΑ. Αποχωρεί όμως σύντομα και δεν ανακατεύεται ποτέ ξανά οργανωτικά με οποιοδήποτε κόμμα. Στο μεταξύ πρωτοστατεί στο εγχείρημα του τότε δημάρχου Πειραιά Ανδρέα Ανδριανόπουλου και συμμετέχει στην ίδρυση του ΚΑΝΑΛΙΟΥ 1, του οποίου γίνεται ο πρώτος διευθυντής. Η πίεση του κομματικού μηχανισμού της Ν.Δ. για απόλυτο έλεγχο του ραδιοφωνικού σταθμού τον εξοργίζει και παραιτείται και από κει. Η αναζήτησή του ουσιαστικά και ο επαναπροσδιορισμός μόλις ξεκινούν. Σύντομα μετακομίζει στο ιστορικό ΚΑΝΑΛΙ 15 του Ρούσσου Κούνδουρου και αρχίζει να διαπιστώνει ότι τα πέραν του «καθεστωτικού» πλαισίου μέσα ενημέρωσης δίνουν περιθώριο ελεύθερης έκφρασης.

Οι δραματικές εξελίξεις του 1989-’90 στο πολιτικό σκηνικό αποτελούν αφορμή για τομή στη δική του πορεία: η διαφωνία του με την πολιτική Μητσοτάκη έτσι κι αλλιώς τον «κυνηγά» και αποφασίζει να δώσει μάχη εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα που θεωρεί ότι η συγκρότηση της συγκυβέρνησης Τζαννετάκη και πολλές από τις εξελίξεις εκείνης της περιόδου είναι η πρώτη επίδειξη της «διαπλοκής» στην Ελλάδα. Η επιλογή του αυτή τον οδηγεί στο «αντιστασιακό» και φιλοπαπανδρεϊκό ΚΑΝΑΛΙ 29, όπου δίνει το δικό του στίγμα. Ενώ δεν ανήκει ιδεολογικά και πολιτικά στο ΠΑΣΟΚ -μάλιστα τον απωθεί η καμαρίλα του βαθέως Κινήματος-, πολεμά λυσσαλέα για τη δικαίωση του Ανδρέα Παπανδρέου και την πτώση της μητσοτακικής δεξιάς κυβέρνησης.

Οι καθημερινές του εμφανίσεις στο ΚΑΝΑΛΙ 29 συχνά θυμίζουν μονόπρακτο με συναρπαστικούς όσο και δηλητηριώδεις μονολόγους. Η επιθετική ρητορική του για τα πεπραγμένα του Μητσοτάκη, αλλά και αργότερα επόμενων κυβερνήσεων (βλέπε Σημίτη) τον καθιστά μόνιμη φωνή διαμαρτυρίας για τις εξουσίες εκείνης της εποχής, αλλά συνάμα και τον καθιερώνει. Δεν είναι όμως μόνο η ουσία των λεγομένων του. Από τις εκπομπές που κάνει εκεί αρχίζει να γίνεται γνωστός – μάλιστα είναι εκνευριστικά αιρετικός και ενίοτε απροκάλυπτα εκκεντρικός: Τόσο στο ΚΑΝΑΛΙ 29 όσο και στις διάδοχες μορφές του στις οποίες παραμένει (ΚΑΝΑΛΙ 5, EXTRA, ALTER) εμφανίζεται συχνά όρθιος να κάνει βόλτες στο στούντιο καπνίζοντας μονίμως πίπα (!), ενώ άλλοτε φοράει αποκριάτικες μάσκες. Σε μια έμπνευση της στιγμής και θέλοντας να δείξει ότι δεν πτοείται από την πίκρα που επιφυλάσσει η πολιτική στους απλούς πολίτες, βγάζει στη διάρκεια μιας εκπομπής και τρώει on air μια σοκολάτα! Εξαλλος, ο καλεσμένος του Θόδωρος Κατσανέβας θεωρεί την κίνηση αδόκιμη και προσβλητική και αποχωρεί από το στούντιο υπό το σαρδόνιο χαμόγελο του οικοδεσπότη.

Παρά τα πικρόχολα σχόλια, που απέδιδαν αυτές τις κινήσεις σε επιδειξιμανία και κομπορρημοσύνη, ο Αλέξανδρος Βέλιος επιχειρεί να κάνει ένα είδος «αντι-τηλεόρασης». Ο τρόπος που επιλέγει να κάνει τις εκπομπές του έχει ένα σπέρμα ασέβειας και μιας ταυτόχρονης απαξίωσης του ίδιου του μέσου και της δύναμής του στην επιρροή των μαζών. Αναζητούσε μονίμως το εναλλακτικό, την αυθόρμητη έκφραση, καθετί που θα μπορούσε να κάνει ενδιαφέροντα τα πράγματα και θα διέλυε την μονοτονία και την ομοιομορφία.

Αντικομφορμιστής από τη φύση του, απεχθανόταν τον στείρο και ετοιματζίδικο κομματικό λόγο, εκνευριζόταν με την ένδεια και τη σκοπιμότητα της δημόσιας ρητορικής των πολιτικών. Τον απωθούσε οτιδήποτε ανέδυε την αίσθηση του στημένου και του άνευρου.

Και ήταν ακριβώς αυτή η ελευθερία στην έκφραση που του έδιναν τα «μικρά» κανάλια για να επιλέξει διαχρονικά τη μη επιστροφή του σε πρώτης γραμμής μέσα ενημέρωσης. Απέρριψε ακόμη και πρόταση του ΑΝΤ1 τότε προκειμένου να διαφυλάξει αυτή του την ανεξαρτησία, ενώ μέχρι και πρόσφατα προτιμούσε την ελευθεριότητα αυτών των καναλιών.

Ο Βέλιος νιώθει πρωτίστως δημοσιολόγος, ένας «ελεύθερος σκοπευτής» και ανεξέλεγκτος στηλιτευτής της διαχρονικής ελληνικής παθογένειας παρά ένας δημοσιογράφος που κυνηγούσε την καριέρα, έστω κι αν στις επαγγελματικές συνεργασίες του ήταν αρκετά σκληρός διαπραγματευτής και ταυτόχρονα ρεαλιστής. Ετσι κι αλλιώς αισθανόταν ποιητής και λογοτέχνης κατά κύριο λόγο – γι’ αυτό και λίγο αργότερα, περί το 2000, θα ξεκινήσει τη συνεργασία του με τις εκδόσεις Ροές ως διευθυντής της σειράς microMEGA, έχοντας επιμεληθεί, μεταφράσει και προλογίσει περισσότερα από 25 έργα.

Η σύγκρουσή του με την εξουσία Μητσοτάκη θα τον φέρει στον… αφρό, αλλά θα του δημιουργήσει και κάποια προσωπικά προβλήματα. Την ώρα που επιτίθεται με μανία ασκώντας ισοπεδωτική κριτική στην κυβέρνηση της Ν.Δ. -την οποία θεωρεί περίπου ως το πρώτο «προϊόν» της διαπλοκής στην Ελλάδα-, ανήκει στην οικογένεια, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, της δεξιάς παράταξης, καθώς έχει παντρευτεί, σε δεύτερο γάμο πια, με ανιψιά του Αθανάσιου Τσαλδάρη. Δεν τον πτοεί ωστόσο ούτε αυτό. Αν και αστός στην καταγωγή, τον ενοχλούν τα πάντα: νιώθει ασφυξία στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο που διαμορφώνεται τη δεκαετία του 1990 – μάλιστα βρίσκεται με την ίδια σφοδρότητα απέναντι και στον Κώστα Σημίτη, παρότι θεωρεί τον εαυτό του έναν αστό εκσυγχρονιστή. Αποδοκιμάζει και την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων με πύρινους τηλεοπτικούς λόγους και άρθρα. Θεωρεί ότι αρχίζει να επικρατεί πλέον η «Ελλάδα της χρυσόσκονης», της «ευκολίας», του «χάι λάιφ», της ψευτογκλαμουριάς, της βιτρίνας και της επαρχιώτικης νεοπλουτίστικης αντίληψης. Μια κατάρα για την Ελλάδα του πνευματικού κόσμου, του πολιτισμού και των τεχνών δηλαδή.

Ακόμα χειρότερα, εκτιμά ότι επί Σημίτη γιγαντώνεται πια η διαπλοκή και παίρνει διαστάσεις η λεηλασία του δημόσιου χρήματος και η απροκάλυπτη νομή της εξουσίας.

Ο πόλεμος στην αστική τάξη

Αισθάνεται προδότης της τάξης του, αλλά δεν μετανιώνει που απομακρύνθηκε από αυτήν, καθώς αρνείται τον συντηρητισμό και δηλώνει αναρχοφιλελεύθερο πνεύμα. Θεωρεί ότι η ελληνική αστική τάξη διακατέχεται από υποκρισία, ρηχότητα και ελαφρότητα, ότι ουσιαστικά έχει πειρατική και παρασιτική νοοτροπία, χωρίς πνευματική και δημιουργική δυναμική, χωρίς αίσθημα εθνικής ευθύνης. Μιλά διαρκώς για την ξιπασιά και τη μυωπική αντίληψη των μεγαλοαστών και επιμένει να κινείται στις παρυφές μιας συνολικής απόρριψης, γι’ αυτό και αποφεύγει να θυσιάσει την ελευθερία καυτηριασμού αυτών των φαινομένων για χάρη μιας «ορθολογικής δημοσιογραφικής πορείας».

Χαμένος όμως στις αντιφάσεις του και την ανάγκη επαγγελματικής επιβίωσης, δεν αποφεύγει μερικές συνεργασίες που δεν συμβαδίζουν κατ’ ανάγκην με την αποσκίρτηση από το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα και την αστική του προέλευση. Αποδέχεται την πρόταση του Αναστάση Παπαληγούρα και για χάρη της προσωπικής τους φιλίας γίνεται σύμβουλός του στο υπουργείο Δικαιοσύνης το 2005. Φεύγει αμέσως μετά την έξοδο του υπουργού στον ανασχηματισμό του 2006. Τότε είναι που αποφασίζει, μάλλον και εξαιτίας των κοινών αναζητήσεων γύρω από την τέχνη, να συνεργαστεί ως σύμβουλος Στρατηγικού Σχεδιασμού με τον πρόεδρο του ΣΕΒ Δημήτρη Δασκαλόπουλο, ο οποίος του εγγυάται πλήρη ελευθερία έκφρασης και επαναχάραξη της πορείας του συνδέσμου. Ετσι, δεν είναι τυχαίο ότι με την έναρξη της κρίσης, και ειδικά με την απογύμνωση του παλιού δικομματισμού, ο ΣΕΒ του κ. Δασκαλόπουλου κάνει άνοιγμα και στροφή προς τον ΣΥΡΙΖΑ, προκαλώντας σοκ και δέος στα παλιά και αρτηριοσκληρωτικά επιχειρηματικά τζάκια του συνδέσμου. Μάλιστα πριν από τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, ο κ. Δασκαλόπουλος εκφράζει δημοσίως και με τυμπανοκρουσίες την άποψη ότι η συστημική ισορροπία θα έφερνε -ή και απαιτούσε κιόλας- τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, στη θέση του καταρρέοντος ΠΑΣΟΚ. Τότε ξεσηκώθηκαν και οι πέτρες στον ΣΕΒ, όμως τρία χρόνια μετά εκείνη η ανάλυση της νέας πραγματικότητας στο ελληνικό πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό, όπως και η στρατηγική προσέγγισης ή και ενσωμάτωσης του ΣΥΡΙΖΑ, όπως την εισηγήθηκε ο Αλέξανδρος Βέλιος, δικαιώθηκε. Και μάλιστα χωρίς να έχει ο ίδιος την παραμικρή οργανική επαφή ή σχέση με την Κουμουνδούρου. Ηταν το αισθητήριο και ίσως η «εκδίκησή» του προς την αστική τάξη αυτή του η επιλογή.

Αλλωστε οι προσωπικές επιλογές του κατά την τελευταία δεκαετία ήταν εντελώς στον αντίποδα μιας συμβατικής, μίζερης, συντηρητικής διαδρομής, που έτσι κι αλλιώς τον απωθούσε από πάντα. Ερωτεύτηκε παράφορα και τόλμησε τρίτο γάμο (με τη Νάντια, που είναι η πηγή της εμπνευσής του), έκανε μία κόρη σε μεγάλη για τα κοινωνικά στερεότυπα ηλικία (έχει και από τον δεύτερο γάμο του τον Νικόλα), φοιτητή της Νομικής, μιλούσε όλο και πιο απαξιωτικά για τις σοφές ελίτ που θέλουν να αποφασίζουν προνομιακά για τους άλλους και εξυμνούσε συνεχώς τον λαϊκό παράγοντα. Εμοιαζε, πριν ακόμη τον χτυπήσει η αρρώστια, να βρίσκεται σε μια μοναχική πορεία, έχοντας όντας αποσκιρτήσει από την ταξική του κοίτη και αναζητώντας μορφές έκφρασης όλο και πιο αφοριστικές προς το κατεστημένο, προκαλώντας τις αντοχές και τα όρια – και τα δικά του και του κατεστημένου.

Γοητευμένος από τον Εμμανουήλ Ροΐδη, υιοθετεί στη δημόσια κριτική του, αλλά και στη συγγραφή ποιημάτων (εξέδωσε εσχάτως τη συλλογή «Οδύσσεια») πολλά στοιχεία από τον απορριπτικό, αφοριστικό και διαλυτικό λόγο του αιρετικού, φιλοπαίγμονα λογοτέχνη και δοκιμιογράφου. Είναι το ίδιο σαρδόνιος και απροσάρμοστος, με λίγο στόμφο παραπάνω, αλλά με την ίδια αλλεργία στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Καυστικός με καθετί που θεωρεί ότι κρατά τη χώρα στην οπισθοδρόμηση: από τους ψηφοφόρους και τους πολιτικούς έως την Εκκλησία και τους βαλτωμένους και αναχρονιστικούς θεσμούς της Πολιτείας.

Γι’ αυτό ίσως και εξερράγη μόλις βρέθηκε αντιμέτωπος με την αδυναμία του να καθορίσει ο ίδιος το δικό του τέλος, έστω κι αν καταφύγει τελικά στη λύση της Ελβετίας: «Τον λίγο καιρό που μου απομένει, κάθε καινούρια μέρα που μετρώ, εκείνο που με διακατέχει πιο επιτακτικά είναι η επιθυμία ο θάνατός μου να είναι συνεπής με το ατομικό credo της ζωής μου. Η επιβεβαίωση αυτή είναι η ύστατη ματαιοδοξία μου. Θέλω (αλλά θα προλάβω;) να μετατρέψω συνειδητά το θάνατό μου σε μία πράξη καθαρής ελευθερίας! Φαντασιώνομαι πως η επιλογή αυτή θα μου επιτρέψει να αναφωνήσω όπως ο θνήσκων Καλιγούλας του Καμύ, ακόμη κι εκείνη την πιο τρομαχτική, την πιο αδιανόητη, την ύστατη στιγμή: “Κι όμως, είμαι ακόμα ζωντανός!… Ακούτε, εσείς οι ζωντανοί;”»…

πηγή : protothema.gr

About Kostas Athanasoulis